🇫🇷 fr el 🇬🇷
à cheval adjective
/a ʃə.val/
|
|
|---|---|
|
έφιππος |
- fer à cheval
- πέταλο
- à cheval donné on ne regarde pas les dents
- κάποιου του χάριζαν γάιδαρο κι αυτός τον κοίταζε στα δόντια.
- à cheval donné on ne regarde pas la denture
- καποιανού του χαρίζανε ένα γάιδαρο κι αυτός τον κοίταζε στα δόντια
- à cheval donné, on ne regarde pas la bride
- κάποιου χάριζαν γάιδαρο και τον κοίταζε στα δόντια
Wiktionary Links
- français: à cheval